υποαερισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποαερισμός

Where it comes from

υποαερισμός < υπερ- + αερισμός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική hypoventilation)

noun υποαερισμός · υποαερισμοί · υποαερισμού · υποαερισμών · υποαερισμό · υποαερισμούς

  1. ιατρική η ανεπαρκής ή βραδεία αναπνοή που οδηγεί σε μειωμένη αποβολή διοξειδίου του άνθρακα από τον οργανισμό, προκαλώντας υπερκαπνία και διαταραχή της οξεοβασικής ισορροπίας, με πιθανά συμπτώματα όπως υπνηλία, σύγχυση ή δύσπνοια

Opposite: υπεραερισμός

Thesaurus

noun

Opposite: υπεραερισμός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποαερισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποαερισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"υποαερισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποαερισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}