υποδύομαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποδύομαι
Where it comes from
υποδύομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποδύομαι, μέση φωνή του ὑποδύω < ὑπό (υπο- + δύω)
verb υποδύομαι · υποδυόμουν · υποδυθώ · υποδύθηκα · υποδυόμενος
- παίζω έναν ρόλο σε θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, παριστάνω ένα πρόσωπο ※ χαιρέτησε τον Ραγκούση αμήχανα και του έδειξε να καθίσει απέναντί του, σε μια πολυθρόνα από μπαμπού, πανομοιότυπη μ' εκείνην όπου άραζε η Σιλβί Κριστέλ ξώβυζη , όποτε υποδυόταν την Εμμανουέλα. (Πέτρος Τατσόπουλος, Η κυρία που λυπάται, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)
-
προσποιούμαι ότι είμαι κάποιος
Similar: υποκρίνομαι
In English
- act to perform a theatrical role
Talk about this word "υποδύομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. υποδύομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "υποδύομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποδύομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B4%CF%8D%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}