υποζύγιο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποζύγιο
Where it comes from
υποζύγιο < (διαχρονικό δάνειο) νέα ελληνική ὑποζύγιον
noun υποζύγιο · υποζύγια · υποζυγίου · υποζύγιου · υποζυγίων
- ζώο που χρησιμοποιείται για την έλξη τροχοφόρων, να μεταφέρει φορτία και για άλλες εργασίες που απαιτούν μεγάλη σωματική δύναμη ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλων
- πρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων που επιβαρύνεται, συνήθως οικονομικώς Φορολογικά υποζύγια.
In English
- beast of burden animal that carries or pulls a load
Talk about this word "υποζύγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. υποζύγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF "υποζύγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποζύγιο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}