υποζύγιο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποζύγιο

Where it comes from

υποζύγιο < (διαχρονικό δάνειο) νέα ελληνική ὑποζύγιον

noun υποζύγιο · υποζύγια · υποζυγίου · υποζύγιου · υποζυγίων

  1. formal, λόγιο ζώο που χρησιμοποιείται για την έλξη τροχοφόρων, να μεταφέρει φορτία και για άλλες εργασίες που απαιτούν μεγάλη σωματική δύναμη ※ Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλων
  2. figuratively, μεταφορικά πρόσωπο ή σύνολο ανθρώπων που επιβαρύνεται, συνήθως οικονομικώς Φορολογικά υποζύγια.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποζύγιο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποζύγιο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF

Chicago

"υποζύγιο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποζύγιο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%B6%CF%8D%CE%B3%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}