υποκατάστημα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποκατάστημα
- i.po.kaˈta.sti.ma
Where it comes from
υποκατάστημα < υπο- + κατάστημα
noun υποκατάστημα · υποκαταστήματα · υποκαταστήματος · υποκαταστημάτων
- δευτερεύον κατάστημα που εξαρτάται από το κύριο ή το κεντρικό κατάστημα ※ Τα περισσότερα υποκαταστήματα της περιοχής της πρωτεύουσας είχαν συνδεθεί με το ηλεκτρονικό κέντρο της Τράπεζας, ώστε η κατάθεση, η ανάληψη ή η ενημέρωση του βιβλιαρίου να γίνονται σε σύντομο χρόνο. (Αργυρώ Αγγελοπούλου, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος: ένα Χρονικό, 2002, σελ. 112)
In English
Talk about this word "υποκατάστημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 5 Nov. 2026. υποκατάστημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 5, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "υποκατάστημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 5, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποκατάστημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-05}
}