υποκατανάλωση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποκατανάλωση
Where it comes from
υποκατανάλωση < υπο- + κατανάλωση (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική underconsumption)
noun υποκατανάλωση · υποκαταναλώσεις · υποκατανάλωσης · υποκαταναλώσεων
- κατάσταση κατά την οποία η ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες υπολείπεται των δυνατοτήτων ή των προβλεπόμενων επιπέδων, οδηγώντας συχνά σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας
Opposite: υπερκατανάλωση
Thesaurus
noun
Opposite: υπερκατανάλωση
Talk about this word "υποκατανάλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. υποκατανάλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7 "υποκατανάλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποκατανάλωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}