υποκείμενος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποκείμενος
Where it comes from
υποκείμενος < μετοχή παθητικού παρακειμένου υπόκειμαι
verb υποκείμενος · υποκείμενη · υποκείμενο · υποκείμενου · υποκείμενης
- που υπόκειται σε κάτι, που βρίσκεται σε θέση τέτοια ώστε να επηρεαστεί από κάτι όλα τα υλικά αντικείμενα είναι υποκείμενα στη φθορά
- που βρίσκεται από κάτω, σε μεγαλύτερο βάθος Oι αρχαιολόγοι αποχωρίζουν τις αποθέσεις αυτές από το υπόλοιπο στρώμα στο οποίο βρέθηκαν ή από το αμέσως υπερκείμενο ή υποκείμενο στρώμα (από το λήμμα Στρωματογραφία της Βικιπαίδειας)
- που δεν είναι άμεσα ορατός ή δεν εκδηλώνεται ολοφάνερα τα υποκείμενα συναισθήματα
In English
- subject likely to be affected by something
- underlying lying underneath
Talk about this word "υποκείμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. υποκείμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82 "υποκείμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποκείμενος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}