υποκρισία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποκρισία

  • i.po.kɾiˈsi.a

Where it comes from

υποκρισία < μεσαιωνική ελληνική υποκρισία < αρχαία ελληνική ὑπόκρισις

noun υποκρισία · υποκρισίες · υποκρισίας · υποκρισιών

  1. η ιδιότητα και η συμπεριφορά του υποκριτή, το να προσποιείται κάποιος και να αποκρύπτει τον πραγματικό (κακό) του εαυτό ※ Ας μην συγχέουμε την υποκρισία με την υποκριτική! Ο Ταρτουφισμός, το δήθεν, το κακαίσθητο, το κιτς μαστίζει και πονά πολύ. Όταν κάποιος το καταδεικνύει γίνεται αγενής. (Μαρία Μαρή, ιστοσελίδα LiFO, 18/08/2016, Περί ευγενείας...)
  2. υποκριτικός λόγος ή πράξη

In English

  • hypocrisy claim, pretense, or false representation of holding beliefs, feelings, or virtue

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποκρισία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποκρισία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1

Chicago

"υποκρισία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποκρισία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}