υπολήπτομαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υπολήπτομαι

  • i.poˈli.pto.me

Where it comes from

υπολήπτομαι < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ὑπολήπτομαι μαρτυρείται από το 1837 σε έργο του Α. Ποθητού < ὑπόλη(ψις) + -πτομαι υποχωρητικός σχηματισμός κατά το σχήμα άλλων ρημάτων σκέπτομαι (σκέ(ψις) + -πτομαι) και κάμπτομαι (κάμ(ψις) + -πτομαι)

verb υπολήπτομαι · υποληπτόμουν · υποληπτόμενος · υποληπτόμουνα

  1. formal, transitive, λόγιο, μεταβατικό, για πρόσωπα εκτιμώ στο έπακρο, σέβομαι, του έχω πολύ καλή γνώμη διότι αναγνωρίζω την πνευματική ή ηθική αξία και ικανότητά του Τον υποληπτόμουν πολύ, σπάνια ανακαλύπτει κανείς έναν τέτοιο ποιητή.

    Similar: έχω σε υπόληψη · Opposite: καταφρονώ

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υπολήπτομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υπολήπτομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"υπολήπτομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υπολήπτομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AE%CF%80%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}