υποσχετική

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποσχετική

  • i.po.sçe.tiˈci

Where it comes from

υποσχετική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου υποσχετικός

noun υποσχετική · υποσχετικές · υποσχετικής · υποσχετικών

  1. οικονομία χρεόγραφο που βεβαιώνει ότι όσα χρωστιούνται θα πληρωθούν με κάποιο νόμισμα, όταν αυτό καταστεί δυνατόν ※ Σε έκθεσή του την Παρασκευή, ο χρηματοοικονομικός κολοσσός των ΗΠΑ και επινοητής του περιβόητου «swap», με το οποίο κατάφερε να μπει στην ΟΝΕ η Ελλάδα το 2001 κρύβοντας χρέος και ελλείμματα, επισημαίνει πως «ίσως είναι πλέον απαραίτητο να σημειωθεί τεχνική χρεοκοπία, να εκδοθούν υποσχετικές (IOU)

adjective υποσχετική · υποσχετικές · υποσχετικής · υποσχετικών

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του υποσχετικός

In English

  • IOU informal promissory note that is not a negotiable instrument

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποσχετική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποσχετική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE

Chicago

"υποσχετική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποσχετική},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%87%CE%B5%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}