υποτακτικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποτακτικός

Where it comes from

υποτακτικός < αρχαία ελληνική ὑποτακτικός < ὑποτάσσω < τάσσω

adjective υποτακτικός · υποτακτική · υποτακτικό · υποτακτικού · υποτακτικής

  1. που έχει υποταχτεί ※ Αντίθετα, ο παθητικός και φιλήσυχος χαρακτήρας που αναμένεται από τις υπάλληλες ομάδες εξυπονοεί τον διαμετρικά αντίθετο, υποτακτικό και καρτερικό ρόλο που καλούνται να παίξουν (Μαρία Σακαλάκη, Κοινωνικές ιεραρχίες και σύστημα αξιών, εκδ. Κέδρος, 1984, σελ. 209)
  2. γλωσσολογία που έχει σχέση με την υπόταξη ή αναφέρεται σ' αυτή υποτακτική σύνδεση

noun υποτακτικός · υποτακτική · υποτακτικό · υποτακτικού · υποτακτικής

  1. θρησκεία στην μοναχική γλώσσα, ο ακόλουθος, το πνευματικοπαίδι ενός σε μεγαλύτερη ηλικία και εμπειρία μοναχού

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποτακτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποτακτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"υποτακτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποτακτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}