υποχωρητικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποχωρητικός

Where it comes from

υποχωρητικός < → λείπει η ετυμολογία

adjective υποχωρητικός · υποχωρητική · υποχωρητικό · υποχωρητικού · υποχωρητικής

  1. για άνθρωπο που κάνει συνεχώς υποχωρήσεις και ενδίδει στις προσταγές ή τις αξιώσεις των άλλων

    Similar: ενδοτικός

  2. γλωσσολογία που γίνεται αντίθετα από το συνηθισμένο Ο σχηματισμός ονόματος ουσιαστικού από ένα ρήμα είναι υποχωρητικός. θα περιμέναμε το αντίστροφο: το ρήμα να προέλθει από το ουσιαστικό.

    Similar: αναδρομικός

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποχωρητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποχωρητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"υποχωρητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποχωρητικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}