υποψήφιος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποψήφιος

  • i.poˈpsi.fi.os

Where it comes from

υποψήφιος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὑποψήφιος → δείτε τις αρχαίες λέξεις ὑπό, ψῆφος

:* για τους υποψήφιους σε διαγωνισμό < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική candidat

:* για τη σημασία «που βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο» < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική aspirant

: Και ουσιαστικοποιημένο αρσενικό υποψήφιος, θηλυκό υποψήφια.

adjective υποψήφιος · υποψήφια · υποψήφιο · υποψήφιου · υποψήφιας

  1. που επιδιώκει ένα αξίωμα ή τίτλο, κατόπιν ψηφοφορίας υποψήφιος βουλευτής
  2. broadly, κατ’ επέκταση που βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο για κάτι που φιλοδοξεί να γίνει, που αποσκοπεί ή πρόκειται να γίνει ή να κάνει κάτι υποψήφιος ενοικιαστής
  3. especially, ειδικότερα που συμμετέχει σε κάποιο διαγωνισμό αποσκοπώντας να καταλάβει κάποια θέση οι υποψήφιοι φιλόλογοι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποψήφιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποψήφιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82

Chicago

"υποψήφιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποψήφιος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AE%CF%86%CE%B9%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}