υποψία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υποψία

  • i.poˈpsi.a

Where it comes from

υποψία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποψία < ὑφοράω (ὑπό + ὁράω), μέλλοντας: ὑπόψομαι

: (σκέψη, μικρή ποσότητα) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική soupçon

noun υποψία · υποψίες · υποψίας · υποψιών

  1. η υπόνοια, η γνώμη ότι κάποιος είναι πιθανόν ένοχος για κάτι ή ότι κάτι άσχημο συμβαίνει, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις, όχι όμως σε αποδείξεις
  2. η σκέψη ότι συμβαίνει κάτι, επειδή υπάρχουν γι' αυτό κάποιες ενδείξεις ※ Υποψία να μην έχεις, ότι πως δεν σ’ αγαπώ, / κι εγώ χάνομαι για σένα, μία ώρα αν δε σε δω. (Δημοτικό)
  3. πολύ μικρή ποσότητα από κάτι βάλε μου μια υποψία ζάχαρη στον καφέ

Talk about this word

Cite this
MLA

"υποψία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υποψία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1

Chicago

"υποψία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υποψία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}