υποψία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υποψία
- i.poˈpsi.a
Where it comes from
υποψία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποψία < ὑφοράω (ὑπό + ὁράω), μέλλοντας: ὑπόψομαι
: (σκέψη, μικρή ποσότητα) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική soupçon
noun υποψία · υποψίες · υποψίας · υποψιών
- η υπόνοια, η γνώμη ότι κάποιος είναι πιθανόν ένοχος για κάτι ή ότι κάτι άσχημο συμβαίνει, η οποία στηρίζεται σε κάποιες ενδείξεις, όχι όμως σε αποδείξεις
- η σκέψη ότι συμβαίνει κάτι, επειδή υπάρχουν γι' αυτό κάποιες ενδείξεις ※ Υποψία να μην έχεις, ότι πως δεν σ’ αγαπώ, / κι εγώ χάνομαι για σένα, μία ώρα αν δε σε δω. (Δημοτικό)
- πολύ μικρή ποσότητα από κάτι βάλε μου μια υποψία ζάχαρη στον καφέ
Talk about this word "υποψία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. υποψία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1 "υποψία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υποψία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}