υπόθετο
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
υπόθετο
- iˈpo.θe.to
מאיפה זה בא
υπόθετο < ελληνιστική κοινή ὑπόθετον, ουδέτερο του ὑπόθετος < αρχαία ελληνική ὑποτίθημι < ὑπό + τίθημι ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική suppositoire)
שם עצם υπόθετο · υπόθετα · υπόθετου · υπόθετων
- μικρό κυλινδρικό (ή άλλου σχήματος) στερεό σκεύασμα με φαρμακευτική ουσία που τοποθετείται στον πρωκτό (ή στον γυναικείο κόλπο) και, αφού διαλυθεί, απελευθερώνει την φαρμακευτική ουσία στον οργανισμό
באנגלית
- suppository medicine in the form of a small plug that is inserted into a bodily cavity
לדבר על המילה הזו "υπόθετο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. υπόθετο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF "υπόθετο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {υπόθετο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CE%B8%CE%B5%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}