υπόσταση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
υπόσταση
Where it comes from
υπόσταση < αρχαία ελληνική ὑπόστασις < ὑφίστημι / ὑφίσταμαι < ὑπό + ἵστημι
noun υπόσταση · υποστάσεις · υπόστασης · υποστάσεων
- ύπαρξη, τρόπος ύπαρξης Για να αποκτήσει ένας σύλλογος νομική υπόσταση, πρέπει να εγκριθεί το καταστατικό του από το Πρωτοδικείο.
- βάση, λογικό στήριγμα, λογική, βασιμότητα ※ Η παλιγγενεσία αποτελεί εντροπική έκφανση. Το νέο έχει δική του υπόσταση, και σε βάθος γενεών η συσχέτιση με το παρελθόν καθίσταται περισσότερο συναισθηματική παρά θεμελιώδης. (Πολιτικολογίες: Παλιγγενεσία... από τι; kavalanews.gr, 22/03/2024 https://www.kavalanews.gr/40838-politikologies-paliggen
- το καθένα από τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδας.
In English
- status person’s position or standing
- hypostasis inherent reality or substance
Talk about this word "υπόσταση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. υπόσταση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7 "υπόσταση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {υπόσταση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%80%CF%8C%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}