υστέρηση

Ελληνικά

AI In parole semplici

Sto scrivendo una breve spiegazione…

Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.

υστέρηση

  • iˈste.ɾi.si

Da dove viene

υστέρηση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hystérésis < ελληνιστική κοινή ὑστέρησις

::(φυσική) λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hysteresis < ελληνιστική κοινή ὑστέρησις

sostantivo υστέρηση · υστερήσεις · υστέρησης · υστερήσεων

  1. φυσική το φαινόμενο (σε μαγνητικά, ελαστικά και θερμοδυναμικά συστήματα) κατά το οποίο η κατάσταση ενός συστήματος εξαρτάται όχι μόνο από τις παρούσες συνθήκες αλλά και από την προηγούμενη κατάστασή του και όπου η απόκριση μιας μεταβλητής καθυστερεί σε σχέση με την αιτία που την προκαλεί
  2. ψυχολογία το να μειονεκτεί κάποιος (παρουσιάζει υστέρηση έναντι κάποιου άλλου)

In inglese

Parla di questa parola

Cita
MLA

"υστέρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υστέρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7

Chicago

"υστέρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υστέρηση},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}