υστέρηση
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
υστέρηση
- iˈste.ɾi.si
Da dove viene
υστέρηση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική hystérésis < ελληνιστική κοινή ὑστέρησις
::(φυσική) λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική hysteresis < ελληνιστική κοινή ὑστέρησις
sostantivo υστέρηση · υστερήσεις · υστέρησης · υστερήσεων
- το φαινόμενο (σε μαγνητικά, ελαστικά και θερμοδυναμικά συστήματα) κατά το οποίο η κατάσταση ενός συστήματος εξαρτάται όχι μόνο από τις παρούσες συνθήκες αλλά και από την προηγούμενη κατάστασή του και όπου η απόκριση μιας μεταβλητής καθυστερεί σε σχέση με την αιτία που την προκαλεί
- το να μειονεκτεί κάποιος (παρουσιάζει υστέρηση έναντι κάποιου άλλου)
In inglese
- latency delay
Parla di questa parola "υστέρηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. υστέρηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7 "υστέρηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {υστέρηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}