υστερικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

υστερικός

  • i.ste.ɾiˈkos

Sounds like ιστορικός

Where it comes from

υστερικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑστερικός < ὑστέρ(α) + -ικός

adjective υστερικός · -ή · -ιά · -ό

  1. που πάσχει από υστερία
  2. που συμπεριφέρεται με χαρακτηριστικά της υστερίας ουσιαστικοποιημένο ο υστερικός, η υστερική ή υστερικιά, ως ουσιαστικό
  3. που σχετίζεται ή μοιάζει με την υστερία υστερική κρίση, υστερικό γέλιο

noun υστερικός · υστερική · υστερικιά

  1. που είναι υστερικός

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"υστερικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

υστερικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"υστερικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {υστερικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}