φάρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φάρος¹
- ˈfa.ɾos
Where it comes from
φάρος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φάρος < αρχαία ελληνική Φάρος (νησί) < αιγυπτιακά: ίσως pr-‘o «μεγάλο σπίτι»
:* (μεταφορική έννοια) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική phare
noun φάρος · φάροι · φάρου · φάρων · φάρο · φάρους
- κτίσμα ή εγκατάσταση σε ακρωτήριο, λιμάνι και άλλα σημεία που εκπέμπει τη νύχτα φωτεινά σήματα για να καθοδηγεί τα διερχόμενα πλοία
- άτομο, ιδέα ή γεγονός που έχει την ιδιότητα να προσανατολίζει και να καθοδηγεί
Φάρος²
- ˈfa.ɾos
Where it comes from
Φάρος < φάρος
proper noun Φάρος · Φάροι · Φάρου · Φάρων · Φάρο · Φάρους
- ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Φάρου)
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- για το νησί στην Αίγυπτο (θηλυκό)
In English
- lighthouse building containing a light to warn or guide ships
Talk about this word "φάρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. φάρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82 "φάρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φάρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}