φέγγω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φέγγω

  • ˈfeŋ.ɡo

Where it comes from

φέγγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φέγγω < φέγγος (συγγενές του φάος)

verb φέγγω · έφεξα · φέγγει · έφεγγα · θα φέγγω

  1. προσωπικό ακτινοβολώ, εκπέμπω μια λάμψη Κάθε φορά που της τηλεφωνεί ο κανακάρης της, φέγγει το πρόσωπό της.
  2. προσωπικό φωτίζω κάτι με ένα μέσο Δεν κρατάς καλά το φακό! Εδώ φέξε μου!
  3. figuratively, προσωπικό, μεταφορικά όταν κάποιος χάνει πολλά κιλά Φάε κάτι, παιδί μου. Έφεξες πια.
  4. impersonal, απρόσωπο , για μια πηγή φωτός όχι απαραιτήτως ορατή, που προκαλεί έναν διάχυτο αμυδρό φωτισμό, μια λάμψη όχι ιδιαίτερα έντονη, ανταύγεια Αντε να πάμε για ύπνο, έφεξε πια για τα καλά. (ξημέρωσε)
  5. figuratively, impersonal, απρόσωπο, μεταφορικά η απρόσμενη τύχη Άντε τυχερέ! Σου έφεξε πάλι!

Talk about this word

Cite this
MLA

"φέγγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φέγγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89

Chicago

"φέγγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φέγγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}