φέγγω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φέγγω
- ˈfeŋ.ɡo
Where it comes from
φέγγω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φέγγω < φέγγος (συγγενές του φάος)
verb φέγγω · έφεξα · φέγγει · έφεγγα · θα φέγγω
- ακτινοβολώ, εκπέμπω μια λάμψη Κάθε φορά που της τηλεφωνεί ο κανακάρης της, φέγγει το πρόσωπό της.
- φωτίζω κάτι με ένα μέσο Δεν κρατάς καλά το φακό! Εδώ φέξε μου!
- όταν κάποιος χάνει πολλά κιλά Φάε κάτι, παιδί μου. Έφεξες πια.
- , για μια πηγή φωτός όχι απαραιτήτως ορατή, που προκαλεί έναν διάχυτο αμυδρό φωτισμό, μια λάμψη όχι ιδιαίτερα έντονη, ανταύγεια Αντε να πάμε για ύπνο, έφεξε πια για τα καλά. (ξημέρωσε)
- η απρόσμενη τύχη Άντε τυχερέ! Σου έφεξε πάλι!
Talk about this word "φέγγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. φέγγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89 "φέγγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φέγγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%B3%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}