φέουδο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φέουδο
Where it comes from
φέουδο < (καθαρεύουσα) φέουδον < (άμεσο δάνειο) ιταλική feudo < μεσαιωνική λατινική feudum
noun φέουδο · φέουδα · φέουδου · φέουδων
-
τμήμα γης που παραχωρούσε την εποχή της φεουδαρχίας ο κυρίαρχος ηγεμόνας σε έναν υποτελή του σε αντάλλαγμα της αφοσίωσης και των στρατιωτικών υπηρεσιών του
Similar: τιμάριο
- κάτι στο οποίο θεωρεί κάποιος ότι έχει απόλυτο δικαίωμα να το χειρίζεται και/ή να το εκμεταλλεύεται ανεξέλεγκτα υπάρχει μια ομάδα βουλευτών που θεωρούν ότι το κόμμα είναι φέουδό τους
In English
- feud estate granted to a vassal
Talk about this word "φέουδο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. φέουδο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%BF "φέουδο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φέουδο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CE%BF%CF%85%CE%B4%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}