φέρνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φέρνω

  • ˈfeɾ.no

Where it comes from

φέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω.

verb φέρνω · έφερνα · φέρω · έφερα · φέρνομαι · φέρθηκα

  1. μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον Σας έφερα την εφημερίδα σας.
  2. figuratively, μεταφορικά οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση Τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο.
  3. figuratively, μεταφορικά προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα Μια χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη.
  4. εκφράζω, προβάλλω, προτείνω Συνέχεια μας φέρνει νέες δικαιολογίες.
  5. πετυχαίνω Έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)
  6. αποφέρω Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.
  7. familiar, προφορικό μοιάζω σε κάτι ή κάποιον Φέρνει λιγάκι στον πατέρα του.
  8. φέρω Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.
  9. μαθηματικά σχηματίζω
  10. Φέρνει την ευθεία ΑΒ.

In English

  • bring to transport toward somebody/somewhere

Talk about this word

Cite this
MLA

"φέρνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φέρνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89

Chicago

"φέρνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φέρνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}