φέρνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φέρνω
- ˈfeɾ.no
Where it comes from
φέρνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φέρνω < αρχαία ελληνική φέρω.
verb φέρνω · έφερνα · φέρω · έφερα · φέρνομαι · φέρθηκα
- μεταφέρω κάτι, υλικό ή άυλο, για κάποιον Σας έφερα την εφημερίδα σας.
- οδηγώ κάποιον ή κάτι σε συγκεκριμένη θέση, κατάσταση Τα νέα μάς έφεραν σε αδιέξοδο.
- προκαλώ κατάσταση ή συναίσθημα Μια χελιδόνα δεν φέρνει την άνοιξη.
- εκφράζω, προβάλλω, προτείνω Συνέχεια μας φέρνει νέες δικαιολογίες.
- πετυχαίνω Έφερα εξάρες (η ζαριά στο τάβλι)
- αποφέρω Οι επενδύσεις μας τελικά έφεραν κέρδη.
- μοιάζω σε κάτι ή κάποιον Φέρνει λιγάκι στον πατέρα του.
- φέρω Φέρνει την ευθύνη για το περιστατικό.
- σχηματίζω
- Φέρνει την ευθεία ΑΒ.
In English
- bring to transport toward somebody/somewhere
Talk about this word "φέρνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. φέρνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89 "φέρνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φέρνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}