φέτα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φέτα¹

  • ˈfe.ta

Where it comes from

φέτα < (άμεσο δάνειο) ιταλική fetta < (ίσως) δημώδης λατινική *offecta (κομματάκι) < λατινική offa < πρωτοκελτική *yffl (κομματάκι, τεμάχιο)

noun φέτα · φέτες · φέτας · φετών

  1. λεπτό κομμάτι σε όλο το πλάτος από κάτι, συνήθως φαγώσιμο ※ Καθώς η πείνα ήταν καθημερινό φαινόμενο της εποχής, τα παιδιά έτρωγαν επιδεικτικά μια φέτα ψωμί πασαλειμμένη με θρεψίνη, ἕνα στερεοποιημένο προϊὸν σταφυλιοῦ μὲ πολλὲς θερμίδες (Κώστας Δούκας, Τα χρόνια της ντροπής, Μυθ(ιστόρημα) εκδ. Νίκος Δούκας, 2017)
  2. especially, ειδικότερα, τυρί είδος μαλακού λευκού (αλμυρού) τυριού που παρασκευάζεται αποκλειστικά από πρόβειο ή αιγοπρόβειο γάλα

Φέτα²

Where it comes from

Φέτα < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Φέτα

  1. γυναικείο όνομα

In English

  • feta a variety of curd cheese
  • slice thin, broad piece cut off

Talk about this word

Cite this
MLA

"φέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%84%CE%B1

Chicago

"φέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φέτα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AD%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}