φίλτρο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φίλτρο

  • ˈfil.tɾo

Where it comes from

φίλτρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική filtro < γαλλική filtre ή μεσαιωνική λατινική filtrum (όρος των αλχημιστών)

noun φίλτρο · φίλτρα · φίλτρου · φίλτρων

  1. μέσο διήθησης και επεξεργασίας, συγκράτησης και διαχωρισμού ουσιών, ακτινοβολιών ή και σκέψεων το φίλτρο του τσιγάρου, το φίλτρο της βενζίνης

Similar: διυλιστήριο, ηθμός

noun φίλτρο · φίλτρα · φίλτρου · φίλτρων

  1. ισχυρό συναίσθημα προστασίας και μεγάλη τρυφερότητα, κυρίως της μητέρας προς το παιδί το μητρικό φίλτρο
  2. οποιοδήποτε παρασκεύασμα με συνήθως παράδοξα συστατικά με μαγικές ιδιότητες ερωτικό φίλτρο, μαγικό φίλτρο

    Similar: μαντζούνι, μάγευμα, αφροδισιακός

  3. ανατομία όρος που περιγράφει αυλακώσεις όπως αυτή του άνω χείλους

    Similar: υπορρινικός, αύλαξ

  4. όρος που περιγράφει δύο αυλακώσεις: α. Φίλτρο του άνω χείλους ονομάζεται η αύλακα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το μέσο του άνω χείλους και εκεί που τελειώνει το ρινικό διάφραγμα

Thesaurus

In English

  • filter device for separating impurities from a fluid or other substance
  • potion small portion or dose of a liquid which is medicinal, poisonous, or magical
  • philtrum shallow vertical groove
  • philter love potion

Talk about this word

Cite this
MLA

"φίλτρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φίλτρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF

Chicago

"φίλτρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φίλτρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}