φίλτρο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φίλτρο
- ˈfil.tɾo
Where it comes from
φίλτρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική filtro < γαλλική filtre ή μεσαιωνική λατινική filtrum (όρος των αλχημιστών)
noun φίλτρο · φίλτρα · φίλτρου · φίλτρων
- μέσο διήθησης και επεξεργασίας, συγκράτησης και διαχωρισμού ουσιών, ακτινοβολιών ή και σκέψεων το φίλτρο του τσιγάρου, το φίλτρο της βενζίνης
Similar: διυλιστήριο, ηθμός
noun φίλτρο · φίλτρα · φίλτρου · φίλτρων
- ισχυρό συναίσθημα προστασίας και μεγάλη τρυφερότητα, κυρίως της μητέρας προς το παιδί το μητρικό φίλτρο
-
οποιοδήποτε παρασκεύασμα με συνήθως παράδοξα συστατικά με μαγικές ιδιότητες
ερωτικό φίλτρο, μαγικό φίλτρο
Similar: μαντζούνι, μάγευμα, αφροδισιακός
-
όρος που περιγράφει αυλακώσεις όπως αυτή του άνω χείλους
Similar: υπορρινικός, αύλαξ
- όρος που περιγράφει δύο αυλακώσεις: α. Φίλτρο του άνω χείλους ονομάζεται η αύλακα που βρίσκεται ακριβώς πάνω από το μέσο του άνω χείλους και εκεί που τελειώνει το ρινικό διάφραγμα
Thesaurus
noun
Similar: διυλιστήριο, ηθμός
In English
Talk about this word "φίλτρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. φίλτρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF "φίλτρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φίλτρο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%AF%CE%BB%CF%84%CF%81%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}