φαινομενικά

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φαινομενικά

Where it comes from

φαινομενικά < (καθαρεύουσα)φαινομενικῶς < μεταγενέστερη ή (ελληνιστική κοινή)φαινομένως

adverb φαινομενικά

  1. κατά τα φαινόμενα, έτσι όπως φαίνεται, κρίνοντας από τα φαινόμενα, επιφανειακά, επιδερμικά, ίσως αναληθώς, μπορεί εσφαλμένα (για κάτι που αμφισβητείται έμμεσα η πιστότητά του) ※ Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη

adjective φαινομενικά

  1. accusative, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενικό

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φαινομενικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φαινομενικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"φαινομενικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φαινομενικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}