φαινομενικά
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φαινομενικά
Where it comes from
φαινομενικά < (καθαρεύουσα)φαινομενικῶς < μεταγενέστερη ή (ελληνιστική κοινή)φαινομένως
adverb φαινομενικά
- κατά τα φαινόμενα, έτσι όπως φαίνεται, κρίνοντας από τα φαινόμενα, επιφανειακά, επιδερμικά, ίσως αναληθώς, μπορεί εσφαλμένα (για κάτι που αμφισβητείται έμμεσα η πιστότητά του) ※ Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη
adjective φαινομενικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενικό
In English
- ostensibly ostensibly
- extraordinarily in an extraordinary manner
Talk about this word "φαινομενικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026. φαινομενικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC "φαινομενικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φαινομενικά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
urldate = {2026-11-07}
}