φαινόμενο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φαινόμενο

  • feˈno.me.no

Where it comes from

φαινόμενο < από το ουδέτερο της μετοχής φαινόμενος του ρήματος φαίνομαι

: (γεγονός, συμβάν) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική phénomène

noun φαινόμενο · φαινόμενα · φαινομένου · φαινόμενου · φαινομένων

  1. κάθε γεγονός, διεργασία, μεταβολή που παρατηρεί ο άνθρωπος στο φυσικό ή το κοινωνικό περιβάλλον ή τις ψυχοπνευματικές του εκδηλώσεις έκτακτα καιρικά φαινόμενα προανήγγειλε η μετεωρολογική υπηρεσία.
  2. κάτι το ασυνήθιστο, το εξαιρετικό Αυτό το παιδί είναι φαινόμενο. Σε ηλικία μόλις έξι ετών μιλάει τόσο καλά δύο ξένες γλώσσες.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φαινόμενο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φαινόμενο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF

Chicago

"φαινόμενο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φαινόμενο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}