φανατισμός

Ελληνικά · Synonymes et antonymes

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

φανατισμός

  • fa.na.tiˈzmos

D'où il vient

φανατισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική fanatisme < fanatique < λατινική fanaticus < fanum (ναός) < πρωτοϊταλική *fasno- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰh₁s-no-

nom φανατισμός · φανατισμοί · φανατισμού · φανατισμών · φανατισμό · φανατισμούς

  1. η προσήλωση σε κάτι (ιδέα, θρησκεία, ομάδα, πολιτική, πρόσωπο) με υπέρμετρο ζήλο και μίσος προς ό,τι αντίθετο ※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 https://www.psy

Proches: οπαδισμός · Contraire: διαλλακτικότητα, μετριοπάθεια, συγκαταβατικότητα

Synonymes et antonymes

En anglais

  • fanaticism characteristic or practice of being a fanatic

Parler de ce mot

Citer
MLA

"φανατισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φανατισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"φανατισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φανατισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}