φαντασιοκόπος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φαντασιοκόπος

  • fan.da.si.oˈko.pos

Sounds like φαντασιόκοπος

Where it comes from

φαντασιοκόπος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή φαντασιοκόπος (επίθετο) < φαντασί(α) + -ο- + -κόπος. Συγκρίνετε με το φαντασιόκοπος.

adjective φαντασιοκόπος · -ος/α · -ο · φαντασιόκοπος

  1. που φαντάζεται απραγματοποίητες καταστάσεις, τρέφεται από μάταιες ελπίδες, που ζει με χίμαιρες ※ 19ος αιώνας — Κατήντησες κενόφρων καὶ ἀσύνετος φαντασιοκόπος, παιδάκι μου ! » εἶπε τέλος πάντων ἡ γραῖα γυνὴ, ἀνίκανος νὰ συνέχῃ πλέον τὴν ἔκρηξιν τῆς ἀγανακτήσεώς της

noun φαντασιοκόπος · φαντασιοκόποι · φαντασιοκόπου · φαντασιοκόπων · φαντασιοκόπο

  1. που είναι φαντασιοκόπος

Talk about this word

Cite this
MLA

"φαντασιοκόπος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φαντασιοκόπος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82

Chicago

"φαντασιοκόπος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φαντασιοκόπος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}