φαρδύς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φαρδύς¹

  • faɾˈðis

Where it comes from

φαρδύς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φαρδύς μεταπλασμός για την ελληνιστική κοινή εὐφραδής (κατά το πλατύς) με σίγηση του αρκτικού [e] και αντιμετάθεση < εὖ + φράζω

adjective φαρδύς · φαρδιά · φαρδύ · φαρδιού · φαρδιάς

  1. που έχει μεγάλο φάρδος / πλάτος, που δεν είναι στενός ※ Και δώσ’ του να μαζεύω όπως όπως το φαρδύ, ριχτό φουστανάκι ανάμεσα από τα πόδια μου, προσπαθώντας τσάτρα πάτρα να φτιάξω κάτι σαν μπατζάκι να γλιτώσω το έμπα-έβγα των πετούμενων, με το χαρούμενο σκυλογαταριό σε στενή συνοδεία, εννοείται. Και να’χω τον Αγγελο, με την παντελονάρα του, cool, μες στη

Similar: πλατύς

Φαρδύς²

Where it comes from

Φαρδύς < φαρδύς

proper noun Φαρδύς · Φαρδύ · Fardis

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Similar: πλατύς

In English

  • wide having a large physical extent from side to side

Talk about this word

Cite this
MLA

"φαρδύς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%B4%CF%8D%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φαρδύς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%B4%CF%8D%CF%82

Chicago

"φαρδύς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%B4%CF%8D%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φαρδύς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%B4%CF%8D%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}