φαρμακείο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φαρμακείο
- faɾ.maˈci.o
Where it comes from
φαρμακείο < (καθαρεύουσα) φαρμακεῖον < λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική pharmacie < υστερολατινική pharmacia < ελληνιστική κοινή φαρμακία < αρχαία ελληνική φαρμακεία < φάρμακον < πρωτοελληνική *pʰármakon
noun φαρμακείο · φαρμακεία · φαρμακείου · φαρμακείων
- κατάστημα που διευθύνεται από φαρμακοποιό και διαθέτει φάρμακα ή σε κάποιες περιπτώσεις τα παρασκευάζει κιόλας
- κουτί στο οποίο τοποθετούμε φάρμακα (πρώτης ανάγκης)
- για έμπορο ή κατάστημα που έχει πολύ υψηλές τιμές
In English
- pharmacy a place where prescription drugs are dispensed
Talk about this word "φαρμακείο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. φαρμακείο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BF "φαρμακείο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φαρμακείο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%B5%CE%AF%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}