φαρμακολογία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φαρμακολογία

  • faɾ.ma.ko.loˈʝi.a

Where it comes from

φαρμακολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική pharmacologie < pharmaco- + -logie < αρχαία ελληνική φάρμακον. Μορφολογικά αναλύεται σε φαρμακο- + -λογία

noun φαρμακολογία · φαρμακολογίες · φαρμακολογίας · φαρμακολογιών

  1. επιστήμη συνώνυμο του φαρμακευτική, η επιστήμη που ασχολείται με την αναζήτηση και εύρεση φαρμάκων
  2. εκπαίδευση τομέας του τμήματος της φαρμακευτικής επιστήμης που διδάσκεται στο πανεπιστήμιο Η φαρμακολογία περιλαμβάνει την έρευνα νέων φαρμακευτικών ουσιών καθώς και τη φαρμακοδυναμική, φαρμακοκινητική, φαρμακογενετική, ανοσοφαρμακολογική και τοξικολογική μελέτη τους.

In English

  • pharmacology science that studies the effects of chemical compounds on living animals

Talk about this word

Cite this
MLA

"φαρμακολογία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φαρμακολογία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Chicago

"φαρμακολογία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φαρμακολογία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}