φασίστας
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φασίστας
Where it comes from
φασίστας < (άμεσο δάνειο) ιταλική fascista + -ς < fascio < λατινική fascis < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bhasko
noun φασίστας · φασίστες · φασίστα · φασιστών
- οπαδός του φασισμού, που επικροτεί και ασπάζεται τις φασιστικές ιδέες και απόψεις ※ «Κρίμα, ρε πατέρα, ξεπουλήθηκες κι εσύ; Με τους φασίστες και τους ιμπεριαλιστές είσαι;» αντιδρά ως νεοφώτιστος ο Πέτρος. «Εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θά 'ρθεις. Μόνο εύχομαι να μη σε βρει το «τότε» όπως εμένα τώρα. Μη βιάζεσαι, παιδί μου, να κάνεις αφορισμούς. (Παύλος Θ. Κάγιος, Και με
- άνθρωπος με απολυταρχική και δεσποτική συμπεριφορά
In English
- fascist proponent of fascism
Talk about this word "φασίστας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φασίστας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82 "φασίστας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φασίστας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%AF%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}