φασαριόζος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φασαριόζος

Where it comes from

φασαριόζος < φασαρί(α) + -όζος (< ιταλική γλώσσα -oso)

adjective φασαριόζος · φασαριόζα · φασαριόζικο · φασαριόζου · φασαριόζας · φασαριόζικου

  1. που προκαλεί φασαρία ※ Βεβαίως, όσοι είχαν ένα δράμι μυαλό, έμπαιναν στον κόπο να σκεφτούν πως για πράκτορας παραήμουν φασαριόζος. Οι πράκτορες είναι συνήθως χαμηλών τόνων, παραμένουν στη σκιά, δικτυώνονται, δεν τραβούν τη δημοσιότητα πάνω τους, ούτε τρίβονται διαρκώς στην γκλίτσα του τσοπάνη. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν

Talk about this word

Cite this
MLA

"φασαριόζος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C%CE%B6%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φασαριόζος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C%CE%B6%CE%BF%CF%82

Chicago

"φασαριόζος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C%CE%B6%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φασαριόζος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B1%CF%81%CE%B9%CF%8C%CE%B6%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}