φελούκα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φελούκα¹

  • feˈlu.ka

Where it comes from

φελούκα < (άμεσο δάνειο) ιταλική feluca < γαλλική felouque < αραβική فلوكة (falūka, βάρκα) < ελληνιστική κοινή ἐφόλκιον (αντιδάνειο)

noun φελούκα · φελούκες · φελούκας

  1. ναυτικός όρος τύπος μικρού πλοιαρίου στη περιοχή της Μεσογείου, χαμηλού και άφρακτου (χωρίς κατάστρωμα) που κινιόταν με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα. Τέτοια σκάφη διατηρήθηκαν στην Ελλάδα και μετά την Επανάσταση του 1821 και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες.

Φελούκα²

Where it comes from

Φελούκα < γενική ενικού του αρσενικού Φελούκας

proper noun Φελούκα · Φελούκας · Felouka

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φελούκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φελούκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1

Chicago

"φελούκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φελούκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}