φερετζές
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φερετζές
Where it comes from
φερετζές < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φερετζές < τουρκική ferace < οθωμανική τουρκική فراجه (ferace, μανδύας, γυναικείο πανωφόρι) + -ς < μεσαιωνική ελληνική φορεσιά / φορεσία (αντιδάνειο) < ελληνιστική κοινή φόρεσις < αρχαία ελληνική φορέω < φέρω
noun φερετζές · φερετζέδες · φερετζέ · φερετζέδων
- το ύφασμα που καλύπτει το πρόσωπο των γυναικών που έχουν ασπαστεί τον ισλαμισμό, η καλύπτρα προσώπου που αφήνει ορατά μόνον τα μάτια και το μέτωπο
- κάτι που κρύβει την πραγματικότητα ※ Ο νεοπουριτανισμός είναι τέκνο του νεοφιλελευθερισμού και το “Πατρίς - Θρησκεία - Οικογένεια” είναι ο φερετζές του.
Similar: γιασμάκι
Thesaurus
noun
Similar: γιασμάκι
In English
- burqa female garment that covers the whole body
Talk about this word "φερετζές." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B6%CE%AD%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φερετζές. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B6%CE%AD%CF%82 "φερετζές." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B6%CE%AD%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φερετζές},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%84%CE%B6%CE%AD%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}