φετφάς

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φετφάς

  • fetˈfas

Where it comes from

φετφάς < όψιμη μεσαιωνική ελληνική φεϊτ(ι)φᾶς < οθωμανική τουρκική فتوی (fetva) (τουρκική fetva) με αφομοίωση [tv] > [tf] < αραβική فَتْوَى (fatwā) Συγκρίνετε με το φετβάς.

noun φετφάς · φετφάδες · φετφά · φετφάδων

  1. ισλαμισμός η γνωμοδότηση του μουφτή (θρησκευτικού δικαστή των μουσουλμάνων) ή και μη θεολόγων ισλαμιστών δικηγόρων όταν ο πολιτικός δικαστής, ο καδής, αδυνατεί να καταλήξει σε απόφαση επί ενός ζητήματος επί Τουρκοκρατίας εκδίδονταν πολλοί φετφάδες
  2. broadly, κατ’ επέκταση απόφαση για την εκτέλεση μιας διαταγής ※ Απειλές εναντίον της ζωής του αλλά και της οικογένειάς του αντιμετωπίζει ο αρχισυντάκτης μιας μαροκινής εφημερίδας, επειδή τόλμησε να κάνει δηλώσεις υπέρ των προγαμιαίων σχέσεων κατά τη διάρκεια ζωντανής εκπομπής σε τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο. «Αμέσως μετά τις δηλώσεις μου ένας μουφτής στην Ούτζντα
  3. broadly, figuratively, vulgar, κατ’ επέκταση, μεταφορικά, λαϊκότροπο αυθαίρετη διαταγή ή απόφαση

    Similar: φιρμάνι

In English

  • fatwa formal ruling issued by an Islamic judicial authority

Talk about this word

Cite this
MLA

"φετφάς." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%84%CF%86%CE%AC%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φετφάς. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%84%CF%86%CE%AC%CF%82

Chicago

"φετφάς." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%84%CF%86%CE%AC%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φετφάς},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%84%CF%86%CE%AC%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}