φεύγω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φεύγω
- ˈfe.vɣo
Where it comes from
φεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεύγω (το σκάω, ξεφεύγω) < αρχαία ελληνική φεύγω (τρέπομαι σε φυγή).
verb φεύγω · έφευγα · φύγω · έφυγα
- κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ το τρένο φεύγει στις 8
- παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) φύγε από μπροστά μου, δεν βλέπω
- απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο) αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)
- παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές
- διατίθεμαι, πωλούμαι με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα
- ξεφεύγω, δραπετεύω ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια
- μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει του έφυγαν τα τσίσα
- πεθαίνω πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε
In English
Talk about this word "φεύγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. φεύγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89 "φεύγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φεύγω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}