φεύγω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φεύγω

  • ˈfe.vɣo

Where it comes from

φεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεύγω (το σκάω, ξεφεύγω) < αρχαία ελληνική φεύγω (τρέπομαι σε φυγή).

verb φεύγω · έφευγα · φύγω · έφυγα

  1. κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ το τρένο φεύγει στις 8
  2. παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) φύγε από μπροστά μου, δεν βλέπω
  3. απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο) αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)
  4. παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές
  5. διατίθεμαι, πωλούμαι με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα
  6. ξεφεύγω, δραπετεύω ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια
  7. μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει του έφυγαν τα τσίσα
  8. figuratively, μεταφορικά πεθαίνω πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε

In English

  • exit to go out or go away from a place or situation — see also depart, leave, egress
  • flee (intransitive) to run away; to escape
  • leave to depart (intransitive)
  • pass to die
  • go off depart; leave

Talk about this word

Cite this
MLA

"φεύγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φεύγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89

Chicago

"φεύγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φεύγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}