φιάλη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιάλη

  • fiˈa.li

Where it comes from

φιάλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιάλη και σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική fiole

noun φιάλη · φιάλες · φιάλης · φιαλών

  1. γυάλινο ή πλαστικό κυλινδρικό δοχείο με κλειστό λαιμό για υγρά, μπουκάλι, μποτίλια
  2. μεγάλο σιδερένιο δοχείο για αποθήκευση αερίων σε υγρή μορφή
  3. μία μονάδα αίματος για αιμοδοσία
  4. αρχαιολογία, κεραμική ανοιχτό ρηχό αγγείο σε σχήμα δίσκου, πιατάκι
  5. αρχαιολογία, κεραμική ραμφόστομη φιάλη: η "σαλτσιέρα" ή κύμβη

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιάλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιάλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B7

Chicago

"φιάλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιάλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%AC%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}