φιδίσιος
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
φιδίσιος
- fiˈði.sços
어원
φιδίσιος < φίδ(ι) + -ίσιος
형용사 φιδίσιος · φιδίσια · φιδίσιο · φιδίσιου · φιδίσιας
- που προέρχεται από φίδι, σχετίζεται μ' αυτό φιδίσιο δέρμα
-
που μοιάζει με φίδι
비슷한 말: φιδένιος
- που δεν έχει σχήμα ευθύ ή ίσιο· που ελίσσεται φιδίσιος δρόμος
- που είναι ευλύγιστος, λυγερόκορμος φιδίσιο κορμί
- που είναι ύπουλος, φαρμακερός, φαρμακόγλωσσος, επικίνδυνος φιδίσια συμπεριφορά, φιδίσια γλώσσα (για την ομιλία, τα λεγόμενα)
유의어·반의어
영어로
- anguine pertaining to snakes
이 단어에 대해 이야기하기 "φιδίσιος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φιδίσιος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82 "φιδίσιος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {φιδίσιος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%B4%CE%AF%CF%83%CE%B9%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}