φιλέτο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φιλέτο
Where it comes from
φιλέτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική filetto
noun φιλέτο · φιλέτα · φιλέτου · φιλέτων
- τρυφερό και άλιπο κρέας από το εσωτερικό της σπονδυλικής στήλης του μοσχαριού και χοιρινού
- κρέας πουλερικών ή ψαριού που δεν έχει κόκκαλο φιλέτο πέρκα
- το καλύτερο κομμάτι έβγαλαν και οι παρατρεχάμενοι κάτι από τις μίζες, αλλά ο υπουργός πήρε το φιλέτο
- η διακόσμηση επιφάνειας με κατεργασμένα, επίπεδα και σχετικά λεπτά, υλικά όπως οι πλάκες
- κομμάτι υφάσματος ※ Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐπιβάλη εἰς τούς ράπτας νά μήν μεταχειρίζωνται πλέον λέξεις καθώς πανταλόνι, ζακέτα, καβαδούρα, καβάλο, παραμέντα, φιλέτο, μπαμπίλα, πέτο, μονόπετο, δίπετο, κρουαζέ, ρεβέρ, σκέτη ραφή, πενιέ, καρτέ, ντεφέτο κτλ. (Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Ξενηλασία ἤ ἰσοτέλεια, κεφάλαιο: Ἠμπορο
In English
Talk about this word "φιλέτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. φιλέτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%BF "φιλέτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φιλέτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}