φιλοσοφώ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιλοσοφώ

  • fi.lo.soˈfo

Sounds like φιλόσοφο

Where it comes from

φιλοσοφώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλοσοφῶ, συνηρημένος τύπος του φιλοσφέω < φιλόσοφος < (φιλέω) φιλό- + σοφός

verb φιλοσοφώ · φιλοσόφησα · φιλοσοφημένος · φιλοσοφούσα · θα φιλοσοφώ

  1. ασχολούμαι με τη φιλοσοφία
  2. θέτω ερωτήματα για θέματα που ο μέσος άνθρωπος θεωρεί δεδομένα
  3. figuratively, μεταφορικά προσπαθώ να δω τη ζωή ή μια συγκεκριμένη κατάσταση στις ευρύτερες διαστάσεις της, πιο αποστασιοποιημένα ※ Έχω φιλοσοφήσει στη ζωή και έχω βγάλει δυο συμπεράσματα: το πρώτο είναι ότι με αγαπάω. Ξέρετε αυτό τι δύναμη μου δίνει; Και το δεύτερο είναι πως ό,τι καλό και να συμβεί καλώς να έρθει, ό,τι κακό… ζαμάν φου. (reader.gr, 30/06/2025 https://www.reader.gr/lifestyle/fotis-metaxopoylos-i-syntrofos-moy-e

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιλοσοφώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιλοσοφώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CF%8E

Chicago

"φιλοσοφώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλοσοφώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CF%8E},
  urldate = {2026-11-07}
}