φιλόκαλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιλόκαλος

  • fiˈlo.ka.los

Where it comes from

φιλόκαλος < αρχαία ελληνική φιλόκαλος < φίλος + καλός

adjective φιλόκαλος · φιλόκαλη · φιλόκαλο · φιλόκαλου · φιλόκαλης

  1. που αγαπά το ωραίο, το όμορφο, το καλό. Παλιότερα εννοείτο ότι αγαπούσε και το σωστό ή (στην αρχαιότητα) και τις τιμές ※ καὶ ὅτι ἕκαστον ἔτος παρερχόμενον προστίθησι καὶ μίαν ῥυτίδα εἰς τὰ ῥόδα τοῦ προσώπου των, ἀφαιρεῖ δὲ καὶ ἕνα ὀδόντα ἢ ἕνα βόστρυχον ἐκ τῆς ὡραίας κόμης των ἢ καὶ, ἔστω, ἐκ τῆς ὡραίας καὶ φιλοκάλου… φενάκης των. (⌘ Κωνσταντίνος Σκόκος, «Ο αλάνθαστος και αψευδής Καζαμίας του 1886», στο Γελοιογραφικ

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιλόκαλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιλόκαλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"φιλόκαλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλόκαλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}