φιλόλογος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιλόλογος

  • fiˈlo.lo.ɣos

Where it comes from

φιλόλογος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φιλόλογος (που μελετάει τα κείμενα, αγαπάει την λογοτεχνία) < φιλό- + -λογος

noun φιλόλογος · φιλόλογοι · φιλολόγου · φιλόλογου · φιλολόγων · φιλόλογων

  1. εκείνος που ασχολείται με τη μελέτη, την ερμηνεία και την κριτική έκδοση κειμένων φιλολογίας
  2. επάγγελμα, στα ελληνικά σχολεία ο καθηγητής της Μέσης Εκπαίδευσης που διδάσκει τα μαθήματα της έκθεσης, της νεοελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας, των λατινικών, της ιστορίας και της φιλοσοφίας ※ Η φιλόλογος καθηγήτριά μου στο Γυμνάσιο Αρρένων Χαλανδρίου ... υποστήριζε ότι το απόφθεγμα αυτό πρέπει να αποδοθεί στον Πλάτωνα ή στον Αριστοτέλη (Γιώργος Δενδρινός, Ωχ, η μέση μου! Ο μαγικός κόσμος της κήλης του μεσοσπονδύλιου δίσκου, εκδ. Πατάκης, 2023)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιλόλογος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φιλόλογος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"φιλόλογος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλόλογος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}