φιλόσοφος
Ελληνικά
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
φιλόσοφος¹
- fiˈlo.so.fos
מאיפה זה בא
φιλόσοφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φιλόσοφος
שם עצם φιλόσοφος · φιλόσοφοι · φιλόσοφου · φιλοσόφου · φιλόσοφων · φιλοσόφων
- που φιλοσοφεί συχνά, που αναλύει τα πάντα με φιλοσοφικές αρχές, αγαπά τη γνώση και την εις βάθος εξέταση της φύσης των πραγμάτων
- ο εισηγητής ενός ρεύματος φιλοσοφίας
- ο μελετητής της φιλοσοφίας
Φιλόσοφος²
- fiˈlo.so.fos
מאיפה זה בא
Φιλόσοφος < φιλόσοφος (ενδεχομένως, αρχικά ως παρωνύμιο)
שם פרטי Φιλόσοφος · Φιλόσοφοι · Φιλόσοφου · Φιλοσόφου · Φιλόσοφων · Φιλοσόφων
- ανδρικό όνομα
באנגלית
- philosopher person devoted to studying philosophy
לדבר על המילה הזו "φιλόσοφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. φιλόσοφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82 "φιλόσοφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {φιλόσοφος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}