φιλώ
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φιλώ¹
Where it comes from
φιλώ < αρχαία ελληνική φιλέω-φιλῶ
verb φιλώ · φιλάω · φιλούσα · φίλαγα · θα φιλάω
- ακουμπώ τα χείλη μου με τρυφερότητα σε κάποιον, δίνω ένα φιλί, ασπάζομαι Και συ στόμα οπού εφίλησα (Α. Κάλβος, Εις θάνατον, ΚΣΤ)
- φιλιέμαι (λιγότερο δόκιμο, φιλιούμαι): φιλάω κάποιον και το ανταποδίδει, ανταλλάσσω φιλί με κάποιον ή (πιο παλιά) και παθητικό, δηλαδή φιλιέμαι με τον Κώστα
- φιλιέμαι: με φιλούν η φιλημένη (αυτή που έκατσε και την φίλησαν, ως στίγμα τους περασμένους αιώνες για ανύπαντρα κορίτσια)
- ως αποχαιρετισμός, στο τέλος επιστολής ή τηλεφωνήματος άντε να κλείσουμε να δουλέψω και λίγο, σε φιλώ
Similar: ασπάζομαι
Φιλώ²
Where it comes from
Φιλώ < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Φιλώ
- γυναικείο όνομα
Thesaurus
verb
Similar: ασπάζομαι
In English
- kiss to touch with the lips
Talk about this word "φιλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026. φιλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E "φιλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φιλώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E},
urldate = {2026-11-06}
}