φιλώ

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φιλώ¹

Where it comes from

φιλώ < αρχαία ελληνική φιλέω-φιλῶ

verb φιλώ · φιλάω · φιλούσα · φίλαγα · θα φιλάω

  1. ακουμπώ τα χείλη μου με τρυφερότητα σε κάποιον, δίνω ένα φιλί, ασπάζομαι Και συ στόμα οπού εφίλησα (Α. Κάλβος, Εις θάνατον, ΚΣΤ)
  2. μέσης διάθεσης φιλιέμαι (λιγότερο δόκιμο, φιλιούμαι): φιλάω κάποιον και το ανταποδίδει, ανταλλάσσω φιλί με κάποιον ή (πιο παλιά) και παθητικό, δηλαδή φιλιέμαι με τον Κώστα
  3. παθητικής διάθεσης, παλαιότερα φιλιέμαι: με φιλούν η φιλημένη (αυτή που έκατσε και την φίλησαν, ως στίγμα τους περασμένους αιώνες για ανύπαντρα κορίτσια)
  4. figuratively, μεταφορικά ως αποχαιρετισμός, στο τέλος επιστολής ή τηλεφωνήματος άντε να κλείσουμε να δουλέψω και λίγο, σε φιλώ

Similar: ασπάζομαι

Φιλώ²

Where it comes from

Φιλώ < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Φιλώ

  1. γυναικείο όνομα

Thesaurus

verb

Similar: ασπάζομαι

In English

  • kiss to touch with the lips

Talk about this word

Cite this
MLA

"φιλώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φιλώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E

Chicago

"φιλώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φιλώ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CF%8E},
  urldate = {2026-11-06}
}