Φινλανδία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Φινλανδία
Where it comes from
Φινλανδία < (άμεσο δάνειο) γαλλική Finlande < σουηδική Finland < παλαιά νορβηγική Finnland (η χώρα των Φίννων) < πιθανόν αρχαία γερμανική finna ή fenna (λέπι, πτερύγιο ψαριού) που χρησιμοποιούσαν για τα ενδύματά τους < με πρωτογερμανική προέλευση + land (χώρα)
: Δείτε και το λατινικό Fenni ή Finni, όνομα που χρησιμοποίησε ο Tάκιτος για να ονομάσει τους λαούς της Σκανδιναβίας. Ή ακόμα από το ελληνικό Φίννοι (κατά τον Πτολεμαίο)
: Το ενδώνυμο Suomi, αβέβαιου ετύμου.
proper noun Φινλανδία · Φινλανδίες · Φινλανδίας · Φινλανδιών
- χώρα της βόρειας Ευρώπης που εκτείνεται στη Σκανδιναβική Χερσόνησο, με πρωτεύουσα το Ελσίνκι, γλώσσα τη φινλανδική και επίσημο νόμισμα το ευρώ ενδώνυμο: Suomi
In English
- Finland Nordic country
Talk about this word "Φινλανδία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BD%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. Φινλανδία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BD%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1 "Φινλανδία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BD%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {Φινλανδία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%B9%CE%BD%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}