φλάουτο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φλάουτο
- ˈfla.u.to
Where it comes from
φλάουτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική flauto
noun φλάουτο · φλάουτα · φλάουτου · φλάουτων
-
που αποτελείται από ένα σωλήνα με τρύπες και κλειδιά κατά μήκος του και με στενό επιστόμιο στα πλάγια του πάνω άκρου του. Κρατιέται σε πλάγια θέση. Παλιότερα ήταν ξύλινο, γι' αυτό λέμε ότι ανήκει στην οικογένεια των ξύλινων πνευστών
※ Ο παππούς πρόσθετε ότι «οι βλάχοι και οι πρόσφυγες από την Τουρκίαν συχνάζουν εις κατώτερον είδος διασκεδαστηρίων, εις τα λεγόμενα «καφέ αμάν», όπου, το λέγει η λέξις, ακούγονται αμανέδες - Αμάν Μέμο, Κουζούμ, Μέμο! Γιαβρούμ Μέμο! Σεκέρ, Μέμο! Εβλιάτ, Μέμο! - με υπόκρουσιν σαντουρίου, φλαούτου και
Similar: πλαγίαυλος
- ποτήρι σαμπάνιας, ψηλό
In English
Talk about this word "φλάουτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. φλάουτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF "φλάουτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φλάουτο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AC%CE%BF%CF%85%CF%84%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}