φλέβα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φλέβα¹

  • ˈfle.va

Where it comes from

φλέβα < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φλέψ από την αιτιατική «τὴν φλέβα» μέσω της μεσαιωνική ή ελληνιστικής < φλέω

noun φλέβα · φλέβες · φλέβας · φλεβών

  1. ανατομία αιμοφόρο αγγείο που μεταφέρει το αίμα προς την καρδιά Ήταν τόσο έντονη η προσπάθειά του, ώστε είχαν πεταχτεί όλες οι φλέβες του.
  2. γεωλογία πλούσιο κοίτασμα ορυκτού ή μετάλλου· κάθε ακανόνιστη διείσδυση ορυκτού ή μετάλλου σε περιβάλλοντα πετρώματα. ※ σαν τον άπληστο χρυσοθήρα που η σκαπάνη του κτυπάει σε μια πλούσια φλέβα χρυσού (Κώστας Αθανασιάδης, Ξεπεταγμένοι, εκδ. Δίφρος, 1960, σελ. 121)
  3. figuratively, μεταφορικά το ποιητικό, λογοτεχνικό ταλέντο, η ποιητική ιδιοσυγκρασία αξιόλογη ποιητική φλέβα, ιδιαίτερη σατιρική φλέβα

Φλέβα²

Where it comes from

Φλέβα < γενική ενικού του αρσενικού Φλέβας

proper noun Φλέβα · Φλέβας · Fleva

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • vein blood vessel transporting blood towards the heart
  • lode vein of metallic ore

Talk about this word

Cite this
MLA

"φλέβα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

φλέβα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%B1

Chicago

"φλέβα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φλέβα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BB%CE%AD%CE%B2%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}