φοράω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φοράω
Where it comes from
φοράω < φορ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φορῶ, συνηρημένος τύπος του φορέω
verb φοράω · φορώ · φόρεσα · φοριέμαι · φορέθηκα · φορεμένος
- είμαι ντυμένος με φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα
- βάζω πάνω μου ένα ρούχο φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε
- έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα φοράει γυαλιά / κοσμήματα / κράνος
- φοράω κάτι σε κάποιον, τον ντύνω ή τον επιβαρύνω Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ!
Talk about this word "φοράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. φοράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89 "φοράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φοράω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}