φοράω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φοράω

Where it comes from

φοράω < φορ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φορῶ, συνηρημένος τύπος του φορέω

verb φοράω · φορώ · φόρεσα · φοριέμαι · φορέθηκα · φορεμένος

  1. είμαι ντυμένος με φοράει το καλό του κουστούμι σήμερα
  2. βάζω πάνω μου ένα ρούχο φόρεσε το παλτό σου να φύγουμε
  3. έχω συνήθως πάνω σε ένα σημείο του σώματός μου ένα απαραίτητο ή βοηθητικό εξάρτημα φοράει γυαλιά / κοσμήματα / κράνος
  4. φοράω κάτι σε κάποιον, τον ντύνω ή τον επιβαρύνω Μαμά δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια στο μωρό, έλα να του τα φορέσεις εσύ!

Talk about this word

Cite this
MLA

"φοράω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φοράω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89

Chicago

"φοράω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φοράω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}