φορτηγό
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φορτηγό
- foɾ.tiˈɣo
Where it comes from
φορτηγό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φορτηγός
noun φορτηγό · φορτηγά · φορτηγού · φορτηγών
- μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων ※ Εσείς πόσα χρόνια οδηγείτε φορτηγό;» είπε εκείνη θέλοντας να τον προτρέψει να πει κι εκείνος μια κουβέντα. «φορτηγό, κοπέλα μου, όχι και φορτηγό!» πετάχτηκε πάλι ο πρώτος. «Δεν μας τα λες καλά. Για φορτηγατζήδες μάς πέρασες; Νταλικιέρηδες είμαστε ! Νταα - λίι - κα. «Ε καλά, τόση διαφορά έχει; »Αν
- εμπορικό πλοίο που μεταφέρει φορτία ※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν, που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί, κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι, περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.
In English
- truck heavier motor vehicle designed to carry goods — see also semi-trailer truck, pic
Talk about this word "φορτηγό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. φορτηγό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C "φορτηγό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φορτηγό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}