φορτηγό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φορτηγό

  • foɾ.tiˈɣo

Where it comes from

φορτηγό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φορτηγός

noun φορτηγό · φορτηγά · φορτηγού · φορτηγών

  1. μέσο μεταφορών μηχανοκίνητο τροχοφόρο όχημα με ανοιχτή ή κλειστή καρότσα, κατάλληλο για τη μεταφορά φορτίων ※ Εσείς πόσα χρόνια οδηγείτε φορτηγό;» είπε εκείνη θέλοντας να τον προτρέψει να πει κι εκείνος μια κουβέντα. «φορτηγό, κοπέλα μου, όχι και φορτηγό!» πετάχτηκε πάλι ο πρώτος. «Δεν μας τα λες καλά. Για φορτηγατζήδες μάς πέρασες; Νταλικιέρηδες είμαστε ! Νταα - λίι - κα. «Ε καλά, τόση διαφορά έχει; »Αν
  2. μέσο μεταφορών, ναυτικός όρος εμπορικό πλοίο που μεταφέρει φορτία ※ Οι ναυτικοί στα φορτηγά πάντα μια γάτα τρέφουν, που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί, κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι, περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

adjective φορτηγό · φορτηγά · φορτηγού · φορτηγών

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του φορτηγός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φορτηγός

In English

  • truck heavier motor vehicle designed to carry goods — see also semi-trailer truck, pic

Talk about this word

Cite this
MLA

"φορτηγό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φορτηγό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C

Chicago

"φορτηγό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φορτηγό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%B7%CE%B3%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}