φορτώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

φορτώνω

  • foɾˈto.no

Where it comes from

φορτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φορτώνω < ελληνιστική κοινή φορτῶ, συνηρημένος τύπος του φορτόω → δείτε και τη λέξη φόρτος

verb φορτώνω · φόρτωσα · φορτώνομαι · φορτώθηκα · φορτωμένος

  1. τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο φορτώνω μουλάρι, άλογο με φορτίο
  2. μεταφέρω στοιχεία/αρχεία σε ψηφιακή συσκευή
  3. figuratively, μεταφορικά εμπλουτίζω υπερβολικά Φόρτωσε το κείμενο με ένα σωρό τεχνικές λεπτομέρειες ενώ η ουσία ήταν αλλού.
  4. επιβαρύνω ψυχικά έναν άνθρωπο
  5. αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη Του φόρτωσαν και ένα φόνο, ενώ είχε κάνει μόνο μία ληστεία.
  6. slang, αργκό εκνευρίζομαι, ανεβάζω στροφές, αρχίζω να τα παίρνω
  7. φορτίζω μπαταρία

In English

  • freight to load (a vehicle or vessel) with freight (cargo)
  • load to put a load on or in

Talk about this word

Cite this
MLA

"φορτώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

φορτώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"φορτώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {φορτώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}