φορτώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
φορτώνω
- foɾˈto.no
Where it comes from
φορτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φορτώνω < ελληνιστική κοινή φορτῶ, συνηρημένος τύπος του φορτόω → δείτε και τη λέξη φόρτος
verb φορτώνω · φόρτωσα · φορτώνομαι · φορτώθηκα · φορτωμένος
- τοποθετώ βάρος πάνω σε μια επιφάνεια, μεταφορικό μέσο, ζώο, άνθρωπο φορτώνω μουλάρι, άλογο με φορτίο
- μεταφέρω στοιχεία/αρχεία σε ψηφιακή συσκευή
- εμπλουτίζω υπερβολικά Φόρτωσε το κείμενο με ένα σωρό τεχνικές λεπτομέρειες ενώ η ουσία ήταν αλλού.
- επιβαρύνω ψυχικά έναν άνθρωπο
- αδικώ έναν άνθρωπο επιβαρύνοντάς τον με κάτι που δεν ήταν δική του ευθύνη Του φόρτωσαν και ένα φόνο, ενώ είχε κάνει μόνο μία ληστεία.
- εκνευρίζομαι, ανεβάζω στροφές, αρχίζω να τα παίρνω
- φορτίζω μπαταρία
In English
Talk about this word "φορτώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. φορτώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89 "φορτώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {φορτώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%84%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}